Μετάβαση στο περιεχόμενο
Benelux logo
Greek logo

Επικαιρότητα

Ὁ Μητροπολίτης Βελγίου Ἀθηναγόρας Διδάκτωρ Θεολογίας.

Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βελγίου καὶ Ἔξαρχος Κάτω Χωρῶν καὶ Λουξεμβούργου κ. Ἀθηναγόρας (Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον), πρόεδρος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐπισκοπικῆς Συνελεύσεως τῆς Μπενελούξ, ἔλαβεν, τὴν 11ην Μαΐου 2026, τὸν τίτλον τοῦ Διδάκτορος Θεολογίας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Radboud τῆς Νιμέγης (Nijmegen – Ὁλλανδία), κατόπιν δημοσίου ὑποστηρίξεως τῆς διδακτορικῆς του διατριβῆς ὑπὸ τὸν τίτλον: «Ἡ Ὀρθόδοξος ἐνορία τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Ἄμστερνταμ (1752-1886)».       

Εἰς τὸ πλαίσιον τῶν ἐρευνῶν του, ὁ Μητροπολίτης Ἀθηναγόρας ἠσχολήθη μὲ τὴν ἵδρυσιν, τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν σημασίαν μίας ὀρθοδόξου ἐνορίας εἰς τὸ Ἄμστερνταμ τοῦ 18ου αἰῶνος, ἡ ὁποία ἱδρύθη ὑπὸ Ἑλλήνων ἐμπόρων ἐγκατεστημένων εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν ἐμπορικὴν πόλιν. Ἡ ἐνορία αὕτη παρέμενεν μέχρι σήμερον εἰς μεγάλον βαθμὸν ἄγνωστος. Εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὀρθόδοξος παρουσία εἰς τὴν Δυτικὴν καὶ τὴν Κεντρικὴν Εὐρώπην ἦτο σπανία – τότε ὑπῆρχον ὀλιγότεραι τῶν 10 ὀρθοδόξων ἐνοριῶν εἰς τὸ σύνολον τῆς περιοχῆς – ἡ κοινότης αὕτη κατέστη ἕνα ἀξιοσημείωτον κέντρον θρησκευτικῆς ζωῆς καὶ κοινωνικότητος διὰ τοὺς Ὀρθοδόξους μετανάστας εἰς τοὺς ὁποίους καὶ προσετέθησαν πολὺ συντόμως καὶ Ρῶσοι πιστοί.

Ἡ ἔρευνα διαρθρώνεται πέριξ πολλῶν θεμελιωδῶν ἐρωτημάτων: διατὶ αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες μετανάσται ἀπέδιδαν τόσον μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ ἰδικοῦ των χώρου λατρείας; Πῶς αὐτὴ ἡ ἐνοριακὴ κοινότης ἐλειτούργει ἐντὸς ἑνὸς περιβάλλοντος κατὰ πλειοψηφίαν μὴ ὀρθοδόξου; Ποῖον ρόλον διεδραμάτιζεν ἡ θρησκευτικὴ ταυτότης εἰς τὴν ζωὴν αὐτῆς τῆς μεταναστευτικῆς κοινότητος; Διὰ πρώτην φοράν, ἡ διατριβὴ αὕτη ἀνασυνθέτει μετὰ πληρότητος τὴν ἱστορίαν αὐτῆς τῆς κοινότητος ἡ ὁποία εἶχεν παραμείνει διὰ πολὺν καιρὸν εἰς τὴν λήθην, καὶ τὴν ἐντάσσει εἰς ἕν εὑρύτερον πλαίσιον, τοῦτο τῶν μεταναστεύσεων, τῶν διεθνῶν ἐμπορικῶν δικτύων καὶ τῶν πολυπλόκων σχέσεων μεταξὺ τῶν ἀνατολικῶν καὶ  τῶν δυτικῶν χριστιανικῶν παραδόσεων κατὰ τὸν 18ον αἰῶνα. Οὕτω, ἡ διατριβὴ ρίπτει νέον φῶς εἰς τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου αἱ κοινότηται τῶν μεταναστῶν διετήρησαν καὶ διεμόρφωσαν τὴν πίστιν των καὶ τὴν ταυτότητά των ἐντὸς ἑνὸς νέου περιβάλλοντος.           

Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐρευνῶν του, ὁ Μητροπολίτης Ἀθηναγόρας ἠμπόρεσεν νὰ βασισθῇ εἰς ἐλαχίστως γνωστάς, ἢ καὶ ἀδημοσιεύτους, πρωτογενεῖς πηγὰς τὰς ὁποίας ἀνεκάλυψεν εἰς διάφορα ἀρχεῖα. Μεταξὺ τῶν εὑρημάτων τούτων συγκαταλέγεται ἰδίως μία μετάφρασις εἰς τὴν ὁλλανδικὴν γλῶσσαν τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἡ ὁποία χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ ἔτος 1760.

Διὰ τὴν διδακτορικὴν αὐτοῦ διατριβήν, ὁ Μητροπολίτης Ἀθηναγόρας εἶχεν ὡς ἐπιβλέποντας τὸν καθηγητὴν Δρ. Peter Nissen, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς ἀπεβίωσεν τὸν Φεβρουάριον τοῦ 2026, καὶ τὴν καθηγητρίαν Δρ. Heleen Murre-van den Berg, καὶ οἱ δύο ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου Radboud τῆς Νιμέγης. Ὁ Peter Nissen ἦτο ἕνας διακεκριμένος Ὁλλανδὸς ἐκκλησιαστικὸς ἱστορικὸς καὶ θεολόγος, γνωστὸς διὰ τὰ ἔργα του σχετικῶς πρὸς τὴν ἱστορίαν τῆς πνευματικότητος, τὸν θρησκευτικὸν πολιτισμὸν καθὼς καὶ τὸν κοινωνικὸν ρόλον τοῦ χριστιανισμοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην.  Ἡ δὲ Heleen Murre-van den Berg εἶναι καθηγήτρια διεθνοῦς φήμης, τῆς ὁποίας ἡ ἔρευνα ἔχει συμβάλλει σημαντικῶς εἰς τὴν μελέτην τοῦ ἀνατολικοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, ἰδίως μέσῳ τῶν ἐργασιῶν της περὶ τοῦ συριακοῦ χριστιανισμοῦ, περὶ τῶν θρησκευτικῶν μειονοτήτων καθὼς καὶ περὶ τῶν ἀλληλεπιδράσεων μεταξὺ θρησκείας, γλώσσης καὶ πολιτικῆς.      

Περίληψις τῆς Διατριβῆς

Ἡ παρούσα διατριβὴ ἐξετάζει τὴν ἵδρυση καὶ τὴν ἐξέλιξη μίας ὀρθοδόξου Ἐνορίας στὸ Amsterdam τοῦ 18ου αἰῶνος, ἡ ὁποία ἱδρύθηκε ἀπὸ Ἕλληνες ἐμπόρους σὲ ἕνα περιβάλλον ποὺ στηγματιζόταν ἀπὸ τὴν μετανάστευση, τὴν θρησκευτικὴ πολυμορφία καὶ τὶς γεωπολιτικὲς ἐντάσεις τῆς ἐποχῆς. Ἐπιδιώκει νὰ κατανοήσει γιατὶ καὶ πῶς αὐτοὶ οἱ ἔμποροι, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους προέρχονταν ἀπὸ ὀθωμανικὰ ἐδάφη ὅπως ἡ Χῖος ἢ ἡ Σμύρνη, ἀνέλαβαν νὰ ἱδρύσουν μία αὐτόνομη ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα σὲ μία προτεσταντικὴ πόλη, καὶ σὲ ποιὸ βαθμὸ αὐτὴ ἡ πρωτοβουλία ἀποτελοῦσε μέρος τόσο μίας προσπάθειας διατήρησης τῆς ταυτότητάς τους ὅσο καὶ μίας διαδικασίας ἔνταξης στὴν ὁλλανδικὴ κοινωνία.

Ἡ μελέτη τοποθετεῖ αὐτὴν τὴν κοινοτικὴ ἐμπειρία στὸ εὐρύτερο πλαίσιο τῆς κατάστασης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπὸ τὴν ὀθωμανικὴ κυριαρχία, τοῦ ἐπαναπροσδιορισμοῦ τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητας στὴν Διασπορά, καθὼς καὶ τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἀπὸ τὶς Δυτικὲς Ὁμολογίες. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, ἡ ἵδρυση τῆς Ἐνορίας τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνας τὸ 1752, τῆς πρώτης ὀρθόδοξης ἐνορίας στὸ Amsterdam, ἀποτελεῖ μία οὐσιαστικὴ θρησκευτικὴ πράξη, ἀλλὰ καὶ μία πολιτιστικὴ καὶ ὁμολογιακὴ στρατηγικὴ ποὺ ἀποσκοποῦσε στὴν διακήρυξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Παρὰ τὴν ἀπουσία τοπικῆς ἐπισκοπικῆς ἀρχῆς, τὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὶς δυσκολίες ποὺ ἐνυπάρχουν στὴν ζωὴ τῶν μεταναστῶν, ἡ κοινότητα κατάφερε νὰ ὀργανώσει τακτικὴ λειτουργικὴ ζωὴ καὶ νὰ μετατρέψει τὴν ἐκκλησία της σὲ χῶρο λατρείας, συνοχῆς καὶ μετάδοσης τῆς πίστης.

Ἡ ἔρευνα ἑστιάζει στὶς θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτισμικὲς καὶ διπλωματικὲς πτυχὲς αὐτῆς τῆς ἐνορίας. Δείχνει πῶς, μέσῳ συλλογικῶν προσπαθειῶν, οἱ Ἕλληνες ἀνέπτυξαν δεσμοὺς μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας, ἐπωφελούμενοι μάλιστα ἀπὸ τὴν ὑποστήριξη τῆς Αἰκατερίνης Β´. Ἐπισημαίνεται ἐπίσης ἡ δυναμικὴ τῆς ἔνταξης στὸν τοπικὸ ἱστό, ἡ ὁποία εἶναι ἐμφανὴς μὲ τὴν συμμετοχὴ τῶν Ἑλλήνων ἐμπόρων στὴν κοινωνικὴ ζωή, μὲ τοὺς μικτοὺς γάμους, μὲ τὴν ἐκμάθηση τῆς ὁλλανδικῆς γλῶσσας καὶ μὲ τὴν μετάφραση τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου στὴν τοπικὴ γλῶσσα, πρωτοποριακὸ ἐγχείρημα ποὺ ἀποσκοποῦσε στὴν διάδοση τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης στὴν τοπικὴ κοινότητα. Ἐπιπλέον, στὴν διατριβὴ ἀναλύονται οἱ ἐσωτερικὲς ἐντάσεις μεταξὺ τῶν συντηρητικῶν καὶ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς ἀνοικτῆς στάσης πρὸς τὶς ἰδέες τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἀποκαλύπτοντας παράλληλα τὶς ἐπαφὲς ποὺ ἀναπτύχθηκαν μὲ ἐκπροσώπους τῶν Μεταρρυθμισμένων Ἐκκλησιῶν σὲ ἕνα πλαίσιο «ρεαλιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ».

Πέρα ἀπὸ τὴν ἱστορία μίας μικρῆς κοινότητας, ἡ ἐνορία τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης ἀποτυπώνει τὴν ἁρμονικὴ συνύπαρξη μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Ρώσσων στὴν Διασπορὰ καὶ μαρτυρᾶ τὴν ἰκανότητα τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν νὰ λειτουργοῦν ὡς διαπολιτισμικὸς καὶ διαθρησκειακὸς κόμβος στὴν Δυτικὴ Εὐρώπη. Ἡ σταδιακὴ παρακμή της, ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὴν ἀναδιάρθρωση τῶν ἐμπορικῶν ὁδῶν, τὶς πολιτικὲς ἀναταραχὲς συνδεόμενες κυρίως μὲ τὴν Γαλλικὴ Ἐπανάσταση καὶ τὴν ἀνάδειξη τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἔφθασε σὲ συμβολικὸ τέλος μὲ τὸν θάνατο τῆς Βασίλισσας Ἄννας Παβλόβνα, τῆς μοναδικῆς ὀρθοδόξου ἡγεμόνος τῆς Ὁλλανδίας/τῶν Κάτω Χωρῶν καὶ τελευταίας προστάτιδας τῆς ἐνορίας.

Ἀξιοποιῶντας ἕνα εὐρὺ φάσμα μέχρι τώρα ἀδημοσίευτων ἀρχειακῶν πηγῶν καὶ ἐξειδικευμένης βιβλιογραφίας, ἡ παροῦσα μελέτη ἐξετάζει τὴν ἱστορία τῶν Ἑλλήνων στὶς Κάτω Χῶρες/στὴν Ὁλλανδία, ἀναδεικνύοντας τὸν ρόλο τῆς θρησκείας στὴν κοινοτικὴ ζωὴ καὶ φωτίζοντας τὶς ἀλληλεπιδράσεις μεταξὺ ταυτότητας, πίστης καὶ ἔνταξης. Ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἵδρυση μίας ἐνορίας στὸ Amsterdam δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνα θρησκευτικὸ συμβάν, ἀλλὰ μᾶλλον ἕνα ἐργαστήριο γιὰ τὴν ταυτότητα, τὴν διαπολιτισμικότητα καὶ τὶς θρησκευτικὲς ὁμολογίες, ἡ κληρονομιὰ τοῦ ὁποίου συνεχίστηκε κυρίως ἀπὸ προσωπικότητες ὅπως ὁ Ἀδαμάντιος Κοραής, ὁ ὁποῖος συνέβαλε τόσο στὴν ἑλληνικὴ ἐθνικὴ ἀφύπνιση ὅσο καὶ στὴν μνήμη τῆς Διασπορᾶς.

Τὸ Πανεπιστήμιον Radboud τῆς Νιμέγης

Τὸ Πανεπιστήμιον Radboud τῆς Νιμέγης, ἱδρυθὲν κατὰ τὸ 1923 ὑπὸ τὴν ὀνομασίαν «Καθολικὸν Πανεπιστήμιον Νιμέγης», ἐγεννήθη ἐκ τὴς θελήσεως νὰ προσφερθοῦν εἰς τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς καλύτεραι προοπτικαὶ ἐντὸς τῆς ὁλλανδικῆς κοινωνίας. Φέρει τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Radboud, ἐπισκόπου τῆς Οὐτρέχτης (899-917), καὶ ἀνεπτύχθη πέριξ μίας διπλῆς δεσμεύσεως τόσον ὑπὲρ τῆς ἀκαδημαϊκῆς ἀριστείας ὅσον καὶ ὑπὲρ τῆς πνευματικῆς χειραφετήσεως. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 2004 το Πανεπιστήμιον φέρει τὴν σημερινήν του ὀνομασίαν.

Σήμερον, τὸ Πανεπιστήμιον Radboud ἀναγνωρίζεται ὡς ἕνα κορυφαῖον ἵδρυμα τριτοβαθμίου ἐκπαιδεύσεως, διεθνῶν διαστάσεων, τὸ ὁποῖον συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν καλυτέρων πανεπιστημίων τῆς Ὁλλανδίας. Διαθέτει ἰσχυρὰν ἀκαδημαϊκὴν φήμην, διακρίνεται διὰ τὴν ποιότητα τῶν ἐρευνῶν του καὶ προσφέρει ἕνα ἰδιαιτέρως εὐχάριστον περιβάλλον ἐντὸς μίας εὑρυτάτης καὶ  καταπρασίνου πανεπιστημιουπόλεως.

Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ πανεπιστήμιον ἀπώλεσεν τὸ 2020 τὸν τίτλον τοῦ «καθολικοῦ», κατόπιν ἀποφάσεως τῶν Ὁλλανδῶν ἐπισκόπων, ἡ Ἁγία Ἕδρα ἔκρινεν ὅτι τὸ πανεπιστήμιον τοῦτο διατηρεῖ τὴν καθολικήν του ταυτότητα. Ἡ σχολή του παραμένει βαθέως ἐρριζωμένη εἰς τὴν χριστιανικὴν παράδοσιν καὶ εἰς μίαν διανόησιν τροφοδοτουμένην ἐκ τῆς ἐμπειρίας τῆς πίστεως.

Ἡ Σχολὴ Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Radboud, ἐνσωματωμένη εἰς τὴν Σχολὴν  Φιλοσοφίας, Θεολογίας καὶ Θρησκευτικῶν Ἐρευνῶν, εἶναι γνωστὴ διὰ τὴν ἀκαδημαϊκὴν ἀριστείαν της, τὸ κριτικὸν πνεῦμα της καὶ τὴν ἱστορικήν της ἐμπειρογνωμοσύνην. Προσφέρει μίαν διδασκαλίαν καὶ μίαν ἐρευνητικὴν ἐργασίαν ὑψηλοῦ ἐπιπέδου, μὲ ἰδιαιτέραν ἔμφασιν εἰς τὴν χριστιανικὴν παράδοσιν, εἰς τὸν δημόσιον διάλογον καὶ εἰς τὰ μεγάλα σύγχρονα ζητήματα.

Βιογραφία Μητροπολίτου Ἀθηναγόρου

Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βελγίου, ὑπέρτιµος καὶ Ἔξαρχος Κάτω Χωρῶν καὶ Λουξεµβούργου, κ. Ἀθηναγόρας (κατὰ κόσμον Yves Peckstadt), ἐγεννήθη ἐν Γάνδῃ Βελγίου. Μετὰ τὰς λυκειακὰς σπουδὰς ἐφοίτησεν εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης, ἐξ ἧς ἀπεφοίτησε µὲ βαθµὸν ἄριστα. Μετεξεπαιδεύθη ἐν τῷ Οἰκουµενικῷ Ἰνστιτούτῳ Βοssey Ἑλβετίας. Διάκονος ἐχειροτονήθη τὴν 12ην Νοεµβρίου 1989, ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Φιλαδελφείας καὶ νῦν Οἰκουµενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολοµαίου, µετονοµασθεὶς εἰς Ἀθηναγόραν. Ὑπηρέτησεν ὡς Ἀρχιδιάκονος τῆς Μητροπόλεως Βελγίου ἕως τῆς εἰς Πρεσβύτερον χειροτονίας του, τὴν 17ην Μαρτίου 1996, ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Βελγίου κ. Παντελεήµονος. Μετὰ ἑξάµηνον ἔλαβε τὸ ὀφφίκιον τοῦ Ἀρχιµανδρίτου καὶ τῷ ἀνετέθησαν τὰ καθήκοντα τοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου διὰ τὰς Γαλλοφώνους καὶ Φλαµανδοφώνους Ἐνορίας, ἐν συνεργασίᾳ πάντοτε µετὰ τοῦ Μητροπολίτου. Ἐδίδαξεν, ἐπὶ µίαν πενταετίαν, τὸ Ὀρθόδοξον θρησκευτικὸν µάθηµα εἰς διάφορα Λύκεια τῆς Φλάνδρας. Τὸ ἔτος 1994 ἀνέλαβε τὴν παραγωγὴν ραδιοφωνικῶν καὶ τηλεοπτικῶν ἐκποµπῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὸ Α´ Πρόγραµµα τῶν κρατικῶν σταθµῶν. Ἀποφάσει τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου ὡρίσθη κατὰ τὸ ἴδιον ἔτος συνεργάτης τοῦ νεοσυστάτου Γραφείου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παρὰ τῇ Εὐρωπαϊκῇ Ἑνώσει (1994-2003), τοῦ ὁποίου εἶναι ἀπὸ τὸ 2014 ὁ ἐπόπτης. Τὸ ἔτος 1995, τῇ πρωτοβουλίᾳ του καὶ ἀδείᾳ καὶ εὐλογίᾳ τοῦ Μητροπολίτου Βελγίου, ἱδρύθη ἡ Ἐνορία τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης εἰς Μπρύζ, τῆς ὁποίας καὶ διωρίσθη Ἱερατικῶς Προϊστάµενος. Τὸ ἔτος 2001 ἵδρυσε καὶ τὴν Ἐνορίαν τῶν Ἁγίων Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου εἰς Ὀστάνδην καὶ τὸ 2004 τὴν Ἐνορίαν Τριῶν Ἱεραρχῶν εἰς Hasselt. Ἀπὸ ἐτῶν ὑπηρετεῖ ὡς Ὀρθόδοξος ὑπεύθυνος ἐφηµέριος (Chaplain) τοῦ Διεθνοῦς Ἀεροδροµίου Βρυξελλῶν. Εἰς τὸ Βέλγιον τυγχάνει µέλος διαφόρων ἐπιτροπῶν οἰκουµενικοῦ χαρακτῆρος. Ἔλαβε δὲ µέρος εἰς Πατριαρχικὰς ἀντιπροσωπείας καὶ ἀποστολὰς καὶ εἰς Διορθόδοξα καὶ Διαχριστιανικὰ Συνέδρια. Δι᾽ ἀποφάσεως τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι ἀπὸ τοῦ 2016 ὁ Συμπρόεδρος τοῦ διεθνοῦς Διαλόγου µεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ἀγγλικανικῆς Κοινωνίας. Τὴν 13ην Μαΐου 2003 ἐξελέγη παµψηφεὶ βοηθός ἐπίσκοπος παρά τῷ Σεβ. Μητροπολίτῃ Βελγίου κ. Παντελεήµονι, ὑπὸ τὸν τίτλον Σινώπης, καὶ ἐχειροτονήθη τὴν 22αν Ἰουνίου. Κατὰ τὴν συνεδρίασίν της τῆς 27ης Νοεμβρίου 2013, ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἀπεδέχθη τὴν παραίτησιν, διὰ λόγους ὑγείας τοῦ Μητροπολίτου Βελγίου κ. Παντελεήμονος καὶ ἐξέλεξεν ὁμοφώνως νέον Μητροπολίτην Βελγίου καὶ Ἔξαρχον Κάτω Χωρῶν καὶ Λουξεμβούργου τὸν τότε ἐπίσκοπον Σινώπης κ. Ἀθηναγόρα. Ἡ Ἐνθρόνισίς του ἐγένετο τὴν 21ην Δεκεμβρίου 2013.     

Doctoral Defense of Metropolitan Athenagoras of Belgium (Radboud University Nijmegen)